Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

Τα παιδιά του μέσου όρου




«Είμαι η Στέλλα Τ. και πηγαίνω στην Ε΄Δημοτικού. Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με το σχολείο. Το μόνο που με ενθουσιάζει σε αυτό είναι οι φίλοι μου.
Έχω πολλούς φίλους και περνάμε καλά. Κατά τα άλλα το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι βαριέμαι. Βαριέμαι να διαβάσω. Δεν είναι ότι δεν θέλω να μάθω. Απλά δεν θέλω να μάθω αυτά που μου λένε ότι πρέπει.
Κάθε φορά που έρχεται η στιγμή να πάρουμε ελέγχους στο σπίτι ζούμε στιγμές μεγαλείου. «Αφηρημένη», «δεν δείχνει ενδιαφέρον», « Το μυαλό της είναι αλλού», αυτά ακούει η μαμά μου από τη δασκάλα και της ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι, όπως λέει, αν και εγώ το χρώμα της μια χαρά το βρίσκω. Κοκκινίλες πουθενά!
«Μα καλά βρε παιδί μου, τι θα κάνεις εσύ στη ζωή σου;» και τότε της δίνω την απάντηση που πρέπει μαζί με την πίεση να της ανεβάζει και άλλα πράγματα, αλλά δεν είμαι και γιατρός για να τα προσδιορίσω: «Μπαλαρίνα». Λατρεύω το χορό. Είμαι πολύ καλή απ’ ό,τι λέει η μαντάμ Σόφη. Από πέρυσι, μάλιστα, με έβαλαν στο τμήμα με τα πιο προχωρημένα παιδιά. Πολύ δουλειά, πολύ κούραση, αλλά μου αρέσει.
Τι φταίω εγώ που δεν έχει το σχολείο μάθημα χορού, να πάρω όλα τα άριστα του κόσμου; Και η Λυδία η φίλη μου, δεν είναι και εκείνη πολύ καλή μαθήτρια. Αλλά το καλοκαίρι κέρδισε σε ένα πανευρωπαϊκό διαγωνισμό σκάκι τη δεύτερη θέση. Είναι δύσκολο το σκάκι εγώ ποτέ δεν κατάφερα να καταλάβω αυτό το παιχνίδι…»
Πόσα άραγε παιδιά φοιτούν στα σχολεία μας που τα ταλέντα τους και οι ικανότητές τους χάνονται σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που κυνηγάει την επιτυχία του μέσου όρου; Πόσοι μαθητές έχουν δεξιότητες που καταπνίγονται και ακυρώνονται σε ένα πλαίσιο που επιβραβεύει μόνο επιτυχίες σε μαθηματικά, γλώσσα και γεωγραφίες;
Θα μου πείτε, πολύ λογικά, ότι το σχολείο δεν μπορεί να έχει τόσες εκπαιδευτικές ενότητες; Σωστό και δίκαιο. Θα έπρεπε όμως να είχε έναν άλλο τρόπο προαγωγής της μάθησης και αξιολόγησής της.
Με την παρούσα κατάσταση, βάζουμε στην άκρη ένα ταλέντο σε οποιοδήποτε τομέα, το υποβαθμίζουμε και κρίνουμε και κατακρίνουμε, βάσει των επιδόσεων στα μαθήματα που διδάσκονται στο σχολείο. Είναι τόση η επένδυση που κάνουμε στην αξία της μάθησης στο σχολείο, που τυφλωνόμαστε από αυτή και αφήνουμε τα παιδιά μας να μαραζώνουν γιατί δεν καταλαβαίνουν τις εξισώσεις ή τη διαφορά του επιθετικού προσδιορισμού από το κατηγορούμενο.
Είναι λίγο σαν την ιστορία με το σχολείο των ζώων που φοιτούσε ένα παπί, το οποίο κολυμπούσε με τρομερή δεξιοτεχνία και ταχύτητα και ένας λαγός που έτρεχε σαν τον άνεμο. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους, που περιελάμβανε την παρακολούθηση όλων των μαθημάτων, το παπί δεν μπορούσε να κολυμπήσει πλέον τόσο καλά γιατί οι μεμβράνες των ποδιών του είχαν φθαρεί από το υποχρεωτικό για την τάξη του μάθημα τρεξίματος και ο λαγός κατήντησε πιο αργός από χελώνα γιατί τα πόδια του καταπονήθηκαν από το υποχρεωτικό μάθημα κολύμβησης.
Δεν απαιτώ ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα περιλαμβάνει στο αναλυτικό του πρόγραμμα, μπαλέτο, μουσική, αθλητισμό, τέχνες κλπ κλπ. Απαιτώ όμως ένας σχολείο που δεν θα κατακερματίζει την αυτοεκτίμηση των παιδιών μόνο και μόνο επειδή δεν ενδίδουν σε ένα πρόγραμμα που απευθύνεται στο μέσο όρο.
Οι άνθρωποι, δεν είναι μέσοι όροι. Τα παιδιά καταρρακώνονται και ματαιώνονται, όταν αντιμετωπίζονται με αυτό τον τρόπο. Όμως ο ορυμαγδός μιας κοινωνίας, και συγκεκριμένα της ελληνικής, που θέλει τον άριστο μαθητή και το καλό παιδί, δίνοντας έμφαση στις σχολικές επιτυχίες και αδιαφορώντας για τις άλλες ικανότητες των παιδιών, το μόνο που καταφέρνει είναι να διαλύει την αυτοεκτίμηση τους.
Ουδείς αναμάρτητος, ούτε η γράφουσα, αλλά είναι καλό να έχουμε κάπου στο πίσω μέρος του κεφαλιού μας την περίπτωση αυτή που το σχολείο θέλει να αναπτύξουμε συγκεκριμένες μόνο δεξιότητες. Να λάβουμε συγκεκριμένες πληροφορίες. Ας δώσουμε όμως στα παιδιά μας τη σημασία και το ενδιαφέρον για τις πραγματικές ικανότητές τους και ας τα βοηθήσουμε, όπως μπορούμε, να μην γίνουν ένα παπί που κολυμπάει μέτρια και τρέχει εξίσου μέτρια, και ένας λαγός που κάνει ακριβώς… το ίδιο.
Από Αλεξία Μπακοπούλου
Πηγή: themamagers.gr
Thessaloniki Arts and Culture http://www.thessalonikiartsandculture.gr

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Γιατί διαλέγω συνέχεια μή διαθέσιμους άντρες;

Άρθρο της Μαρίας Σκαρλάτου ψυχολόγου δημοσιεύτηκε στο https://www.singlewoman.gr

Για να απαντηθεί η ερώτηση πρέπει πρώτα να ορίσουμε τι σημαίνει μη διαθέσιμος άντρας. Μπορούμε να ξεκινήσουμε  και από το αντίθετο: Ποιος είναι ο συναισθηματικά διαθέσιμος άντρας;
Συναισθηματικά διαθέσιμος, είναι ο άντρας που ενδιαφέρεται για τα συναισθήματά σου,
 θέλει να γνωρίσει τους φόβους σου, τους προβληματισμούς σου, τι σε στεναχωρεί,
 τι σε κάνει χαρούμενη, θέλει να γνωρίσει τα αγαπημένα σου πρόσωπα, τους φίλους, 
την οικογένειά σου.
Είναι πρόθυμος να μοιραστεί τα συναισθήματά του και τον ελεύθερο χρόνο του μαζί σου, είσαι προτεραιότητα για αυτόν, θέλει να είναι κομμάτι της  ζωής σου, σου μιλά για όνειρα, σχέδια, αγωνίες προβλήματα, σου δείχνει με κάθε τρόπο ότι είσαι γι’ αυτόν σημαντική. Είναι ανοιχτός να γνωρίσει και να δεσμευτεί. Μπορεί να επενδύσει συναισθηματικά σε σένα και σου δείχνει ότι μπορείς να επενδύσεις σε αυτόν. Ο μη διαθέσιμος δεν εκπληρώνει  τις παραπάνω προϋποθέσεις.
Υπάρχουν γυναίκες που συστηματικά κάνουν σχέση με μη διαθέσιμους άντρες που μπορεί να είναι παντρεμένοι, συναισθηματικά απόμακροι, που δεν δίνουν στη σχέση χώρο, χρόνο. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε πολλούς διαφορετικούς λόγους που θα αναλυθούν παρακάτω.
  • Πολλές επιλογές που αφορούν την ενήλικη ζωή μας, έχουν τις ρίζες τους στην παιδική ηλικία. Γυναίκες που μεγάλωσαν με πατέρα απορριπτικό ή συναισθηματικά απόμακρο θεωρούν ότι έτσι φέρεται ένας άντρας. Αυτό είναι το πρότυπο σχέσης που έχουν βιώσει, κατά συνέπεια επιλέγουν απορριπτικούς ή συναισθηματικά απόμακρους άντρες, επαναλαμβάνοντας τη σχέση με το μπαμπά. 
  • Από ψυχαναλυτική σκοπιά τώρα, γυναίκες που δεν έχουν επιλύσει το σύμπλεγμα της Ηλέκτρας, το οποίο είναι το αντίστοιχο του Οιδιποδείου, προσπαθούν να το λύσουν στην ενήλικη ζωή τους, επαναλαμβάνοντας το, χωρίς να το συνειδητοποιούν. Είναι οι γυναίκες που συνήθως μπλέκουν με παντρεμένους ή δεσμευμένους άντρες, προσπαθώντας να κερδίσουν τον πατέρα ( παντρεμένο ή δεσμευμένο άντρα), ανταγωνιζόμενες τη μητέρα τους (στο πρόσωπο της συζύγου ή συντρόφου του).
  • Η πεποίθηση ότι εγώ θα τον αλλάξω. Μπορεί να έχουν υπερβολική πίστη στις ικανότητες τους ή στην αγάπη τους. Οι άνθρωποι πρέπει να θέλουν για να αλλάξουν, δεν τους αλλάξεις επειδή σου κάνει κέφι, ούτε επειδή τους αγαπάς!
  • Η σιγουριά και βεβαιότητα ότι σε μένα θα φερθεί διαφορετικά. Εδώ επιστρατεύονται δικαιολογίες του τύπου: ‘Ναι ήταν απόμακρος με τις προηγούμενες σχέσεις του, αλλά δεν έφταιγε αυτός αλλά αυτές με τη συμπεριφορά τους’.’ Πρέπει απλώς να κάνω λίγη υπομονή και θα καταφέρω να γίνει όπως θέλω η σχέση’.
  • Χαμηλή αυτοεκτίμηση. Μια κατηγορία γυναικών έχει τόσο χαμηλή αυτοεκτίμηση, ώστε να ανέχεται συμπεριφορές που δεν τους αρέσουν θεωρώντας ότι δεν τους αξίζει κάτι καλύτερο. Δεν διεκδικούν για τον εαυτό τους και συμβιβάζονται με συναισθηματικά ψίχουλα.
  • Θέλουν σχέση αλλά χωρίς να έχουν διάθεση να επενδύσουν με άλλα λόγια φοβούνται τη δέσμευση. Όταν δεσμευόμαστε με κάποιον αυτόματα υπάρχει κίνδυνος να χαθεί αυτή η σημαντική δέσμευση. Επειδή δεν το αντέχουμε, κρατάμε αποστάσεις στο συναισθηματικό επίπεδο.  Σε αυτή την περίπτωση ένας μη διαθέσιμος άντρας είναι η καλύτερη επιλογή αφού και σχέση λέμε ότι έχουμε  και εξασφαλίζουμε ότι δεν θα πληγωθούμε.
Αν μια γυναίκα συστηματικά επιλέγει μη διαθέσιμους  άντρες, αυτό κάτι λέει για την ίδια και  τις επιλογές της κι ‘όχι για τους άντρες γενικά. Όταν κάτι γίνει μια φορά το θεωρούμε τυχαίο όταν κάτι επαναλαμβάνεται τότε κάτι κάνουμε εμείς λάθος!

Όπως έλεγε και ο  Karl Gustav Jung «μέχρι να κάνεις το ασυνείδητο, συνειδητό θα κατευθύνει τη ζωή σου και θα το ονομάζεις μοίρα». 

Μια γυναίκα για να αποφύγει την εμπλοκή σε τέτοιες σχέσεις μπορεί να είναι απλά παρατηρητική στην αρχή της γνωριμίας της. Αν τα σημάδια υπάρχουν και αυτή προχωρά, ενώ γνωρίζει τι θα ακολουθήσει μάλλον θα πρέπει να ψάξει η ίδια τον εαυτό της.  Και είναι καλή στιγμή να σκεφτεί  την ψυχοθεραπεία, προκειμένου, να ανακαλύψει τις ασυνείδητες διαδικασίες που την οδηγούν σε αυτή την επιλογή.

Όπως ειπώθηκε παραπάνω, όταν  κάνω μια φορά λάθος επιλογή ( μη διαθέσιμου άντρα) μπορεί να είναι τυχαία. Όταν όμως το λάθος επαναλαμβάνεται, παύει  να είναι τυχαίο. Χωρίς να το συνειδητοποιούμε είμαστε μέρος του λάθους! 

Για να αλλάξει αυτό χρειάζεται πολλή δουλειά με τον εαυτό μας.

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Εγώ πότε θα γίνω μάνα;


άρθρο της Μαρίας Σκαρλάτου δημοσιεύτηκε στο https://www.singlewoman.gr


Βιολογικά ρολόγια που χτυπούν σε κάποια ηλικία… στερεότυπα για την ολοκλήρωση της γυναίκας μέσα από τη μητρότητα… σκοπός του ανθρώπου… το κοινωνικό  ‘πρέπει’…. οι φίλες που γίνονται μάνες… οδηγούν κάποια στιγμή στο ερώτημα εγώ πότε θα γίνω μάνα;
Τις τελευταίες δεκαετίες η θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία έχει αλλάξει.  Μια γυναίκα δεν πιέζεται στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού (με εξαίρεση, μικρές κλειστές γεωγραφικά κοινωνίες)  να παντρευτεί στα 20 ή στα 25, όταν έχει μπροστά της σπουδές και αναζήτηση εργασίας.
Αν και η νοοτροπία έχει αλλάξει, όταν η γυναίκα περάσει τα 30 αρχίζουν οι ερωτήσεις! Οι οποίες  χρόνο με το χρόνο γίνονται πιο πιεστικές και αδιάκριτες.

Φράσεις όπως ‘τα παιδιά δε γίνονται όποτε θέλεις’, ‘τα χρόνια περνάνε κι όταν θα αλλάξεις γνώμη και θα θέλεις παιδιά  το πουλάκι θα έχει πετάξει’ ,  ‘ τώρα πρέπει να κάνεις παιδιά όσο κι εμείς είμαστε νέοι και μπορούμε να βοηθήσουμε’ , ‘εγώ πότε θα αποκτήσω εγγόνι;’  επαναλαμβάνονται με μεγαλύτερη συχνότητα και  δείχνουν πόσο τα στερεότυπα επηρεάζουν τον τρόπο σκέψης,  τις συμπεριφορές των  ανθρώπων και τις επιλογές τους και τελικά πόσο βαθιά ριζωμένες είναι οι παραδόσεις στην ελληνική οικογένεια και κοινωνία ακόμη κι από ανθρώπους που θεωρούν τους εαυτούς τους αρκετά προοδευτικούς με σεβασμό στις προσωπικές επιλογές.

Άλλωστε δεν είναι εύκολο να αγνοήσει τις κοινωνικές επιταγές που εγγράφονται στο συλλογικό ασυνείδητο.
Αυτό  δείχνει πόσο μια γυναίκα  πιέζεται με φανερούς ή λιγότερο φανερούς τρόπους, ως προς την κατεύθυνση απόκτησης παιδιού άσχετα με τη δική της επιθυμία.  Μπορεί να αγχώνεται και να μπαίνει σε διλλήματα του τύπου ‘κι αν έχουν δίκιο; ΄ τώρα όντως δεν θέλω παιδί, αν όμως θελήσω θα μπορώ;΄’
Μια γυναίκα μόνη από επιλογή ίσως βιώνει μεγαλύτερη πίεση να βιαστεί  να κάνει την όποια  ‘γρήγορη’ επιλογή συντρόφου  προκειμένου να γίνει μάνα, χωρίς η σχέση να τηρεί βασικές προϋποθέσεις. Το να νιώθει μια γυναίκα ότι είναι έτοιμη 100% να γίνει μάνα δεν υπάρχει κι αν υπάρχει δεν είναι αληθινό!  αν όμως το ποσοστό της επιθυμίας είναι πάνω από 75% , τότε μάλλον πρόκειται για αληθινή επιθυμία!

Πως μπορεί μια γυναίκα να ξεχωρίσει αν η επιθυμία απόκτησης παιδιού είναι δική της ή αποτέλεσμα της κοινωνικής πίεσης;

Αρχικά ας ρωτήσει τον εαυτό της γιατί θέλει να γίνει μάνα.
Αν οι απαντήσεις  είναι:
  • για να χαρούν οι γονείς μου που περιμένουν πως και πώς να αποκτήσουν εγγόνι, τόσα έχουν κάνει για μένα και θέλω να τους δώσω χαρά,
  • γιατί οι φίλες μου έχουν γίνει μανάδες κι εγώ νιώθω ότι έμεινα πίσω,
  • γιατί με πιέζει ο σύντροφος,
  • γιατί έφτασα τα 30, τα 35 και πρέπει να βιαστώ,
  • γιατί πιστεύω ότι ένα παιδί θα δώσει νόημα στη ζωή μου, το νόημα που δεν μπορώ να της δώσω εγώ και με ένα μαγικό τρόπο θα γίνω ευτυχισμένη κι όλοι θα μου πουν μπράβο και θα με αποδεχτούν,
μάλλον δεν είναι δική της επιθυμία αλλά συνέπεια πίεσης εξωτερικών παραγόντων.
Άλλες  βοηθητικές ενδείξεις προς αυτή την κατεύθυνση είναι:
  • πώς νιώθει όταν βλέπει μωρά ή μικρά παιδιά,
  • αν της φαίνονται χαριτωμένα τα μικρά παιδιά ακόμη και στις άσχημες στιγμές τους (όταν φωνάζουν, κλαίνε ή στριγγλίζουν)
  • Αν επισκέπτεται  φίλους με μωρά ή μικρά παιδιά και δεν μπορεί να ξεκολλήσει,
  • αν βρίσκεται στον ίδιο χώρο με μικρό παιδάκι και δεν ασχολείστε με τίποτα άλλο εκτός από αυτό,
  • αν δεν την ενοχλεί η σκέψη ότι θα αλλάξει εντελώς ο τρόπος ζωής της.

Μια γυναίκα που είναι μόνη από επιλογή και  δεν επιθυμεί την απόκτηση παιδιού, πρέπει να συνειδητοποιήσει, ότι δεν είναι απαραίτητο να απολογηθεί. Εξάλλου όσο πιο σίγουρη είναι για την απόφαση της, τόσο πιο άνετα θα αντιδρά στα σχόλια και στις αδιάκριτες ερωτήσεις.